Ένας τυχαίος έλεγχος για υπεράκτιο αιολικό πάρκο οδήγησε σε μια από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις των τελευταίων ετών. Σε βάθος 40 μέτρων, στον πυθμένα της Βόρειας Θάλασσας, αρχαιολόγοι εντόπισαν τρεις τεράστιες μολύβδινες ράβδους, βάρους περίπου 70 κιλών η καθεμία, στοιβαγμένες ακριβώς όπως είχαν τοποθετηθεί πριν από περισσότερα από 350 χρόνια. Η ανακάλυψη φέρνει ξανά στο φως ένα άγνωστο μέχρι σήμερα εμπορικό ναυάγιο και ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του θαλάσσιου εμπορίου μεταξύ Αγγλίας και Ολλανδίας.
Η ανακάλυψη που κανείς δεν περίμενε
Η εντυπωσιακή ανακάλυψη έγινε περίπου 120 χιλιόμετρα από τις ακτές του Νόρφολκ, κατά τη διάρκεια ερευνών για την κατασκευή του υπεράκτιου αιολικού πάρκου Hornsea 3, το οποίο όταν ολοκληρωθεί θα είναι το μεγαλύτερο υπεράκτιο αιολικό πάρκο στον κόσμο.
Οι έρευνες δεν είχαν αρχαιολογικό σκοπό.
Οι ειδικοί πραγματοποιούσαν ελέγχους στον βυθό για τον εντοπισμό πιθανών εκρηκτικών ή άλλων επικίνδυνων αντικειμένων πριν ξεκινήσουν οι εργασίες του έργου.
Ωστόσο, τα τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα (ROVs) αποκάλυψαν κάτι πολύ πιο πολύτιμο.
Οι ράβδοι μολύβδου ήταν ακόμη στη θέση τους
Οι τρεις μολύβδινες ράβδοι βρέθηκαν στοιβαγμένες στον πυθμένα, όπως ακριβώς είχαν φορτωθεί στο πλοίο πριν αυτό βυθιστεί.
Παρότι το ξύλινο σκαρί του πλοίου έχει σχεδόν εξαφανιστεί έπειτα από αιώνες κάτω από τη θάλασσα, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν τμήματα της ξύλινης κατασκευής κάτω από το φορτίο, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για άγνωστο μέχρι σήμερα ναυάγιο του 17ου αιώνα.
Τα σημάδια πάνω στο φορτίο αποκάλυψαν την προέλευση
Κάθε μία από τις ράβδους φέρει διαφορετική σφραγίδα με τα αρχικά «IS», «EB» και «H».
Οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι τα συγκεκριμένα σήματα μοιάζουν ιδιαίτερα με εκείνα που είχαν βρεθεί στο φορτίο του περίφημου ναυαγίου Kennemerland, πλοίου της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, το οποίο βυθίστηκε το 1664 κοντά στα νησιά Σέτλαντ.
Η ομοιότητα αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι και το νέο ναυάγιο ανήκε πιθανότατα σε ολλανδικό εμπορικό πλοίο που εκτελούσε δρομολόγια μεταξύ Αγγλίας και Ολλανδίας.
Το φορτίο ίσως ξεκίνησε από τα μεταλλεία του Ντέρμπισαϊρ
Οι ερευνητές θεωρούν ιδιαίτερα πιθανό ότι ο μόλυβδος εξορύχθηκε στην περιοχή Peak District και στο Derbyshire, μια από τις σημαντικότερες περιοχές παραγωγής μολύβδου της Αγγλίας κατά τον 17ο αιώνα.
Την εποχή εκείνη τεράστιες ποσότητες αγγλικού μολύβδου εξάγονταν μέσω των λιμανιών του Hull και του Λονδίνου προς μεγάλα εμπορικά κέντρα όπως το Άμστερνταμ και το Ρότερνταμ.
Ο μόλυβδος χρησιμοποιούνταν ευρέως σε υδραυλικές εγκαταστάσεις, οικοδομές, πυρομαχικά και πλήθος άλλων βιοτεχνικών εφαρμογών, πολλά χρόνια πριν γίνουν γνωστές οι σοβαρές επιπτώσεις του στην ανθρώπινη υγεία.
Από τον βυθό στο μουσείο
Μετά την ανάσυρσή τους, οι τρεις ράβδοι υποβλήθηκαν σε εργασίες συντήρησης και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο Peak District Lead Mining Museum στο Matlock του Derbyshire, όπου πλέον εκτίθενται στο κοινό.
Οι επιστήμονες συνεχίζουν τις αναλύσεις προκειμένου να επιβεβαιώσουν την ακριβή προέλευση του μεταλλεύματος και να ανασυνθέσουν το τελευταίο ταξίδι του άγνωστου εμπορικού πλοίου.
Συνεργασία αρχαιολόγων και βιομηχανίας
Η ανακάλυψη έγινε χάρη στη συνεργασία της εταιρείας θαλάσσιας αρχαιολογίας MSDS Marine με τη δανική εταιρεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας Ørsted, η οποία αναπτύσσει το έργο Hornsea 3, καθώς και με την Historic England και τη Maritime & Coastguard Agency.
Σύμφωνα με την Alison James, Διευθύντρια Υπηρεσιών Πολιτιστικής Κληρονομιάς της MSDS Marine, το εύρημα αποτελεί «μια άμεση σύνδεση με το παρελθόν» και προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα του 17ου αιώνα.
Η ανακάλυψη θεωρείται μία από τις σημαντικότερες αρχαιολογικές επιτυχίες που προέκυψαν από τις έρευνες για το Hornsea 3.
Η συγκεκριμένη περιοχή της νότιας Βόρειας Θάλασσας διαθέτει ελάχιστα γνωστά ξύλινα ναυάγια που χρονολογούνται πριν από τον 18ο αιώνα, γεγονός που καθιστά το νέο εύρημα εξαιρετικά σημαντικό για τη μελέτη της ναυτικής ιστορίας και των εμπορικών δικτύων της εποχής.
www.worldenergynews.gr






